μονόμαζος

μονόμαζος, -ον (Μ)
(για αμαζόνα) αυτή που έχει έναν μόνο μαστό, μονοβύζα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)-* + μαζός «μαστός» (πρβλ. δεκά-μαζος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μονόμαζος — with but one breast masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόμαζοι — μονόμαζος with but one breast masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστός — Αδενικό όργανο, το οποίο στον άντρα είναι υπολειμματικό και μη λειτουργικό, στη γυναίκα όμως αναπτύσσεται πλήρως και αποτελεί το όργανο του θηλασμού. Οι μ. υπάγονται στα όργανα της αναπαραγωγής· το αδενικό τους στοιχείο είναι ορμονοεξαρτώμενο και …   Dictionary of Greek

  • μον(ο)- — (ΑΜ μον[ο] , Α ιων. μουν[ο] ) α συνθετικό πολλών λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθετο μόνος* (ιων. μοῡνος) και έχει την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό: α) είναι ένα και μοναδικό ή έχει απομείνει μόνο ένα (μονοσύλλαβος,… …   Dictionary of Greek

  • ՄԻԱՍՏՆԻ — (նւոյ, նեաց.) NBH 2 0272 Chronological Sequence: Early classical ա.գ. μονόμαζος unam mammam habens ἅμαζος, ἅμαζων amazones. Ունօղ մի եւեթ ոտին. ազգ սկիւթացի կանանց պատերազմականաց, որք ʼի մանկութենէ խարէին զմի ʼի ստեանց առ աջողակ զինաշարժութիւն… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.